καταβαφής

κατα-βᾰφής, ές,
A soaked,

δρώπακι Paul.Aeg.1.30

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καταβαφής — καταβαφής, ές (Μ) τελείως βαμμένος, αλειμμένος, με αλειμμένη επιφάνεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + βαφής (< βαφή), πρβλ. ευ βαφής, παρα βαφής] …   Dictionary of Greek

  • καταβαφῆς — καταβαφή tincture fem gen sg (attic epic ionic) καταβαφής soaked masc/fem acc pl (attic epic doric) καταβαφής soaked masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαφές — καταβαφής soaked masc/fem voc sg καταβαφής soaked neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαφῶν — καταβαφή tincture fem gen pl καταβαφής soaked masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.